1289/2025 ΜονΕφΘ – Αδικοπρακτική ευθύνη μελών ΔΣ ανώνυμης εταιρίας για υπαίτια παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας στις συναλλαγές
Το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την υπ’ αριθ. 1289/2025 απόφασή του, έκανε δεκτή την έφεση της εντολέως μας και αναγνώρισε την εις ολόκληρον αδικοπρακτική ευθύνη της αντιδίκου ανώνυμης εταιρίας και των μελών του Δ.Σ. της, για την υπαίτια παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας στις συναλλαγές και ειδικότερα λόγω της παράβασης των συμβατικών υποχρεώσεων που γεννώνται από τη σύμβαση παρακαταθήκης.
Ειδικότερα, η πελάτισσά μας είχε αγοράσει από την εναγόμενη εταιρία προϊόντα αξίας 217.531,40 €, συνάπτοντας παράλληλα και σύμβαση παρακαταθήκης μαζί της, για τη φύλαξή τους. Παρά την πλήρη εξόφληση του τιμήματος και τη λήξη της σύμβασης παρακταθήκης, η εναγόμενη παρέδωσε μόνο μέρος της ποσότητας και αρνήθηκε να αποδώσει τα υπόλοιπα προϊόντα, λόγω καταστροφής τους. Η ζημία της εντολέως μας ανήλθε συνολικά σε 239.166,71 € (θετική και αποθετική).
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την κύρια βάση της αγωγής μας (αδικοπραξία, ΑΚ 914, 288, 281) ως αόριστη, δεχόμενο μόνο την επικουρική βάση (ενδοσυμβατική ευθύνη της ΑΕ από παρακαταθήκη, ΑΚ 361, 822 επ., 873, 340, 346).
Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι:
(α) Για την κατάφαση της παρανομίας, κατ’άρθρ. 914 ΑΚ, δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης. Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της κοινωνικώς επιβεβλημένης απορρέουσας από τις διατάξεις των άρθρων 281 και 288 του ΑΚ και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς υποχρεώσεως λήψεως ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή προκλήσεως ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων.
(β) Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 71, 65 εδ. α και 67 εδ. α του ΑΚ, τα διοικούντα και εκπροσωπούντα το νομικό πρόσωπο όργανα φέρουν προσωπική αδικοπρακτική ευθύνη για τις υπαίτιες παραβάσεις νομίμων υποχρεώσεων τόσο των ιδίων, όσο και των νομικών προσώπων (ΑΠ 78/2020, ΑΠ 246/2022, ΑΠ 263/2021, ΑΠ 253/2013, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Ειδικότερα δε επί ανώνυμης εταιρίας, οι διοικούντες αυτήν δεν έχουν προσωπική υποχρέωση για χρέη της εταιρίας, είναι, όμως, δυνατή η ευθύνη αυτών προσωπικά από αδικοπραξία κατά το άρθρο 914 του ΑΚ, αφού η αρχή της μη ευθύνης των διοικούντων ανώνυμη εταιρία κάμπτεται και δεν ισχύει όταν υπάρχει πταίσμα αυτών από αδικοπραξία, βάσει των γενικών αρχών (άρθρο 914 ΑΚ) οπότε υφίσταται ευθύνη τους (ΑΠ 1312/2015, ΑΠ 271/2015, ΑΠ 427/2013, ΑΠ 1565/2013, ΑΠ 1380/2013, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
(γ) Για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως (άρθρο 375 του ΠΚ) απαιτείται παράνομη ιδιοποίηση ξένου, ολικά ή μερικά, κινητού πράγματος, που έχει περιέλθει με οποιοδήποτε τρόπο στην κατοχή του δράστη. Το πράγμα είναι ξένο όταν βρίσκεται σε ξένη, σε σχέση με τον δράστη, κυριότητα, όπως αυτή διαπλάσσεται στον αστικό κώδικα. Τέτοια περίπτωση ξένου κινητού πράγματος αποτελούν και τα κατ' είδος ορισμένα πράγματα, που παραδόθηκαν στον θεματοφύλακα προς φύλαξη, ο οποίος οφείλει να τα αποδώσει στον παρακαταθέτη όταν του ζητηθούν ή με την εντολή να τα παραδώσει σε τρίτο και αν ακόμη δεν έχει περάσει η προθεσμία που ορίστηκε για τη φύλαξή τους (άρθρο 827 του ΑΚ). Η ιδιοποίηση θεωρείται παράνομη όταν γίνεται χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή όταν ο δράστης κατακρατεί το κινητό πράγμα και το ιδιοποιείται χωρίς δικαίωμα, που αναγνωρίζεται από τον νόμο με δόλια προαίρεση, η οποία εκδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια, και η οποία εμφανίζει εξωτερίκευση της θέλησής του να ενσωματώσει το πράγμα χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο στην περιουσία του (ΑΠ 61/2012, ΤΝΠ △ΣA ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ).
Σύμφωνα με τις παραπάνω νομικές σκέψεις, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έκρινε, ότι η ένδικη αγωγή, ως προς την κύρια βάση της, που θεμελιώνεται στις διατάξεις περί αδικοπραξιών των άρθρων 288, 297, 298, 330, 914, 65 εδ. α, 67 εδ. α και 71 του ΑΚ σε συνδυασμό και με το άρθρο 375 του ΠΚ, είναι πλήρως ορισμένη, περιέχουσα όλα τα απαιτούμενα από τη διάταξη του άρθρου 216§1 του ΚΠολΔ στοιχεία για το ορισμένο αυτής. Τούτο, διότι, κατά τα επικαλούμενα, με την ένδικη αγωγή, πραγματικά περιστατικά, αφενός μεν η πρώτη εναγόμενη ανώνυμη εταιρία, ως νομικό πρόσωπο, αφετέρου δε οι λοιποί των εναγομένων ως μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου και νόμιμοι εκπρόσωποι της πρώτης εναγόμενης παραβίασαν υπαιτίως την κοινωνικώς επιβεβλημένη από τη θεμελιώδη δικανική αρχή της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσα υποχρέωση της συνετής φύλαξης εννόμων αγαθών τρίτων, επιδεικνύοντας συμπεριφορά αντίθετη στην καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, καθώς, όπως η ίδια η ενάγουσα εκθέτει, δεν έλαβαν τα απαιτούμενα μέτρα επιμέλειας για τη φύλαξη των κινητών πραγμάτων, και την αποφυγή πρόκλησης ζημίας στην περιουσία της, αλλά αντιθέτως προέβησαν υπαιτίως στην καταστροφή τους, επιπλέον δε οι λοιποί, πλην της πρώτης, εναγόμενοι τέλεσαν σε βάρος της και το αδίκημα της υπεξαίρεσης.
Έτσι, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, στον βαθμό που με αυτή απέρριψε την κύρια βάση της αγωγής, δέχθηκε την αγωγή και αναγνώρισε ότι οι εναγόμενοι υποχρεούνται να καταβάλουν στην ενάγουσα εις ολόκληρον το ποσό των 239.166,71 €, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Ερμού 10 (2ος όροφος), ΤΚ 546 25 Θεσσαλονίκη